Το Σακάκι (διήγημα στο περιοδικό diastixo)

Γύρισα πίσω, μέχρι το αυτοκίνητο, καθώς ψαχουλεύοντας την τσέπη μου δεν ένιωσα το κλειδί· το είχα ξεχάσει πάνω στην πόρτα. Στο χωριό καπνός έβγαινε από τα μπουχαριά, το χώμα υγρό, στα ρουθούνια μου πρίνοι και ξύλο καμένο. Πριν πάρω την ανηφόρα μέχρι την οικοδομή, έκατσα στο καφενείο για ένα ζεστό.

Μου φέρανε ένα φλιτζάνι νερό βραστό κι ένα φακελάκι κίτρινο, Lipton. Στο δίπλα τραπέζι, το μόνο, μιλούσανε αλβανικά· τα μπατζάκια τους ήταν λασπωμένα, πού και πού τους φεύγανε λέξεις ελληνικές, με βαριά προφορά, μπουκωμένη. Τα μάγουλα κι οι μύτες τους κοκκινίζανε, το ’χανε στρώσει στις μπίρες από νωρίς. Τα εργαλεία τους ήτανε αφημένα σε ένα γιατάκι απέξω. Από το παράθυρο ξεχώριζε ένα ξενοδοχείο παρατημένο στα μπετά, ρημάδι. Οι κορφές ασπρίζανε πέρα μακριά.

συνέχεια στο περιοδικό diastixo

Ο Καρούζος και οι άλλοι Ι

Μουσική

Να ο Έλληνας πάντα πικραμένος με γλυκειά μορφή
καμωμένος για τα βάσανα πώς τραγουδά και δένεται
στη μνήμη που έχει πάντα συννεφιά…

Μαγική Εικόνα

Αύγουστος Κυριακή Η Ελλάδα πλάι στη θάλασσα:
ήλιος δροσιά πεύκα κρασί κι αγάπη.
Στο πικάπ
έπαιζε ασταμάτητα
του Τσιτσάνη η “Συννεφιασμένη Κυριακή”.
Και κανείς δεν είπε ν’ αλλάξει ο δίσκος…

Μουσική, του Νίκου Καρούζου, από την ενότητα «Λυπηρά» του βιβλίου Ποιήματα (1961) και Μαγική Εικόνα του Θωμά Γκόρπα, από το βιβλίο «Παλιές Ειδήσεις» (1966): από την επιλογή των λέξεων και τη στίξη, μέχρι (κυριότερα) το συναίσθημα, δυο ποιήματα πλήρως παράλληλα. Το σκίτσο του Καρούζου (φυσικά) του Αλέκου Φασιανού.

Oedipus In Colonos

Κάνεις δε με συντρόφευσε
στο δρόμο για τη Θήβα ·
Μονάχος
περπάτησα
με την ψυχή κατάμαυρη
με ανία μέχρις αφανισμού
κι έτσι
όταν γέροντας θρασύς
μου ‘κλεισε το δρόμο
άρχισα τον καυγά
– για αστείο –
και τον σκότωσα.

Κανείς δε με συντρόφευσε
μονάχος ξανά
αποκρίθηκα στη Σφίγγα
– και την σκότωσα.

Η ανία με ακολούθησε
ως τη Θήβα
όπου οι αφελείς μ’ έστεψαν βασιλιά τους
και με πάντρεψαν με την Ιοκάστη…

Και τώρα εδώ στον Κολωνό,
– πρώτη φορά όσο ζω –
η ψυχή μου ησύχασε,
τα πάθη μου πέθαναν.

[Η ανία μου, μαζί κι η νιότη
έχουνε γίνει ανάμνηση πια.]

Τ’ αηδόνια τραγουδούνε
στις ελιές της Αττικής
και η Αντιγόνη, μικρή κοπέλα,
σιωπηλή
στέκεται στο πλάι μου.

Ποίημα του Κώστα Ταχτσή από την συλλογή «Περί Ώραν Δωδεκάτην» (1953), που ο συγγραφέας δε συμπεριέλαβε στην γνωστή εκλογή «Καφενείο το Βυζάντιον και άλλα ποιήματα» του 1972, γραμμένο αρχικά στα αγγλικά με τον τίτλο «Oedipus In Colonos».H απόδοση στα ελληνικά είναι δική μου.

Με τον τρόπο του Γιάννη Ρίτσου

Αντιστροφές

Υπάρχουν τάφοι κάτω από τα σπίτια και σπίτια
κάτω από τους τάφους και, ενώνοντας αυτά τα τρία,
μια φαρδιά πέτρινη σκάλα όπου οι νεκροί
ανεβαίνουν και οι ζωντανοί κατεβαίνουν. Προσπερνούν ο ένας τον άλλο
χωρίς λόγια, που μπορεί να σημαίνει πως δεν ξέρουν, ή πως
υποκρίνονται πως τάχα δεν ξέρουν. Μπορείς να μυρίσεις
τον πορτοκαλεώνα στο λόφο · μπορείς να ακούσεις παιδιά να κυλούν το τσέρκι στο δρόμο.

Δυο γυναίκες φλυαρούν καθώς γεμίζουν τη στάμνα στη βρύση.
Τα μυστικά τους θολώνουν το νερό.
Αργότερα, επιστρέφουν περπατώντας μια λεωφόρο
με κυπαρίσσια, κουβαλώντας τη στάμνα σαν να’ταν μπάσταρδο παιδί.


Ο Κατηγορούμενος

Μόλις κλείδωσε την πόρτα, μόλις έχωσε στην τσέπη το κλειδί
μόλις κοίταξε κλεφτά πίσω απ’τον ώμο του, τον συνέλαβαν.
Τον βασάνισαν μέχρι που κουράστηκαν.
«Κοίτα», του είπαν,
«το κλειδί είναι το κλειδί σου, το σπίτι είναι το σπίτι σου,
το καταλάβαμε πια · όμως γιατί έχωσες το κλειδί
στην τσέπη σου, σαν να ‘θελες να μας το κρύψεις;»

Τον άφησαν ελεύθερο, αλλά έχει ακόμα φάκελο.

Δύο ποιήματα από την ενότητα “Τhree Poems after Yiannis Ritsos” του Βρετανού ποιητή David Harsent, σε δική μου απόδοση στα ελληνικά μαζί με ένα υπέροχο πορτραίτο του Ρίτσου από τον Κωνσταντίνο Ρουγγέρη.

Τα Παπούτσια

Λίγοι άνθρωποι καταλάβαιναν με την πρώτη ματιά πως ο Γιώργος Ιωάννου ήταν συγγραφέας, με αυτό του το ντύσιμο και το βάδισμα. Περπατούσε αργά, βαριά, δυνατά, σίγουρα – σαν εργάτης. Μόνο από το κεφάλι του, που συνεχώς το είχε σκυμμένο, σου έμπαινε η υποψία πως ήταν διανοούμενος. Από το κεφάλι του και από τα παπούτσια · παρόλο το εργατικό του ντύσιμο και παράστημα, τα παπούτσια του ήτανε πάντοτε ντελικάτα, από καλό δέρμα, με ένα ανεπαίσθητο τακουνάκι και γυαλισμένα στην εντέλεια. Μόλις έμπαινε στο διαμέρισμα του, πριν ακόμη βγάλει τα ψώνια του από τις νάιλον τσάντες, ο Ιωάννου τοποθετούσε τα παπούτσια του, ξεσκονισμένα, σε ένα μεγάλο ξύλινο πορτ-μαντώ, γεμάτο με δεκάδες ζευγάρια: τη συλλογή του. Τα λάτρευε, τα περιποιόταν με ειδικό κερί, τα διατηρούσε σε εξαιρετική κατάσταση. Και, όταν τα φορούσε, έβρισκε και πάλι το περπάτημα του, όπως και πριν, λαϊκό κι εργατικό.

Μικροδιήγημα για τον Γιώργο Ιωάννου, βασισμένο σε αναμνήσεις τις φίλης του, γλύπτριας Ασπασίας Παπαδοπεράκη – μαζί με ένα πορτραίτο του από τα χέρια της.

Υπάρχουν ποιήματα που δε θα εξέδιδες ποτέ;

Ακόμα και ο Κ.Π. Καβάφης –
κυνικός, ασκητικός
άγνωστος στον καιρό του –
τύπωσε με δικά του έξοδα
ποιήματα που δε θα εξέδιδε κανείς
ποιήματα προσωπικά, πολύ προσωπικά
για να τα μοιραστεί με αναγνώστες
που τους λογάριαζε για φίλους.

Όμως εγώ έχω εκατοντάδες ποιήματα
καλά κλεισμένα σ’ένα κουτί.
Ακόμα και που ξέρω
πως ο Καβάφης κάποτε τύλιξε τους στίχους του
με μαύρες και χρυσές κορδέλες
για να τους κάνει, κάπου, δώρο.

Ποίημα του Αμερικανού ποιητή Richard Jones, σε δική μου απόδοση στα ελληνικά – πραγματολογικά ανακριβές, αλλά βαθύ και συγκινητικό, μαζί με ένα σκίτσο της γλύπτριας Ασπασίας Παπαδοπεράκη

Μεγάλη Πέμπτη

Έχω χρόνια να εμφανιστώ στο γραφείο την Μεγάλη Πέμπτη· οι συνάδελφοί μου πιστεύω πως με θεωρούν ιδιαίτερα θρήσκο. Η αλήθεια είναι πως αποφεύγω να μπω σε λεπτομέρειες – τα ζητήματα αυτά είναι λεπτά. Κάτι γιορτάζω, ασφαλώς, κι εγώ.

Στην Αθηνάς οι κουτσουπιές είναι φορτωμένες, γεμίζει το μάτι μωβ μέχρι το τέρμα του δρόμου, με την βυζαντινή εκκλησία και τον παλιό σταθμό. Το δέντρο αυτό στάθηκε άτυχο: από τα κλαδιά του κρεμάστηκε, λένε, γεμάτος μετάνοια και συντριβή ο Ιούδας, κι ύστερα το όνομα που του επιφύλαξε η ελληνική παράδοση είναι από τα πλέον λαϊκά και κακόηχα· κι όμως, η Αθηνάς τον Απρίλη είναι ο πιο όμορφος επιτάφιος της Αθήνας.

Από την Ευριπίδου και κάτω, οι δρόμοι αρχίζουν και μπερδεύονται, χάνουν τον ίσιο τους σχεδιασμό, μοιάζουν λες και τους παρέσυρε ένα παιδάκι με το πόδι του, τρέχοντας για το κολατσιό του. Στρίβω πάντοτε δεξιά, ακολουθώ τις παμπάλαιες χαράξεις με τα περικλεή ονόματα: Πρωτογένους, Παλλάδος, Μελανθίου. Μετά από λίγο, η ονοματοδοσία αλλάζει, Παπανικολή, Καραϊσκάκη, Τομπάζη. Υπάρχει μία συνέχεια εδώ· πάντοτε υπήρχε.

Φτάνοντας στην Πλατεία Ηρώων, η Μιαούλη είναι ήδη γεμάτη. Οι Ναξιώτες έχουν πιάσει στασίδι από το πρωί, έχουνε στήσει τους πάγκους τους, ο αέρας μοσκοβολά γάλα, άνθη νεραντζιάς και λιβανίσματα· σου έρχεται ζαλάδα, η άνοιξη σε τραβά από το μανίκι. Οι Ναξιώτες έρχονται το Πάσχα σε αυτά τα ίδια μέρη για πάνω από έναν αιώνα, στο παζάρι τους βλέπω σελίδες του Παπαδιαμάντη και του Μητσάκη· λίγα πράγματα έχουνε ευτυχώς αλλάξει από τότε.

Όλοι προσπαθούνε να με πιάσουνε πελάτη, τα κεράσματα δίνουνε και παίρνουνε, η νηστεία σπάζει από τα λαχταριστά τυριά – θα ζητήσω συγχώρεση αργότερα. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν έδινα σε αυτά τα πράγματα σημασία ιδιαίτερη. Γυροφέρνω τους πάγκους με μεγάλο ενδιαφέρον, ρωτώ για τις ποιότητες· η χρονιά ήτανε καλή φέτος.

Φροντίζω να ψωνίζω από διάφορους παραγωγούς, γεμίζω τις σακούλες μου από όσους μπορώ περισσότερους. Απ’ άλλον παίρνω το αρσενικό, από έναν ακόμα γραβιέρα, από έναν τρίτο ξινοτύρι. Από λίγο, για να βρίσκονται. Πάντα προμηθεύομαι και κρασί, κόκκινο κι ολόγλυκο · λόγω των ημερών, είναι αδύνατον να μην κάνω συνειρμούς.

Μπροστά στο αρχαίο μπιφτεκάδικο, βρίσκω με ανακούφιση τον πάγκο στον οποίο λογίζομαι για τακτικός πελάτης – δεν γνωρίζω το όνομά της πωλήτριας, κι ούτε με ενδιαφέρει να το μάθω. Από εδώ παίρνω ξηρό ανθότυρο, ένα κεφάλι – εδώ δεν υπάρχει χώρος για τσιγκουνιές. Θα μου κρατήσει ένα χρόνο ολόκληρο. Θα τριφτεί σε μακαρόνια, σε τραχανάδες, θα συνοδέψει κοκκινιστά, θα σερβιριστεί με κρασί σε καλοκαιρινές βεράντες, ή με σταφύλια το φθινόπωρο.

Όσο περνά ο καιρός, η γεύση του θα παίρνει να γίνεται πιο αψιά, πιο άγρια. Μέχρι που, λίγο πριν τη Σαρακοστή, αλίμονο, θα σωθεί – για να αναστηθεί, Μεγάλη Πέμπτη, στου Ψυρρή.

Mικρό Πασχαλινό Πεζό – γιατί το Πάσχα είναι πρώτα και κύρια μυθολογία, συλλογική και προσωπική.

Οι κοκακόλες

Οι κοκακόλες δε μου χαλάσανε. Δεν παίρνω κοντολήξιμα εγώ, έχουνε επτά οκτώ μήνες μπροστά τους. Τα κρέατα τα πέταξα όλα. Στο κρέας είναι τα λεφτά, κύριε Χρήστο. Είναι κι αμαρτία να το πετάς το κρέας, στην Αφρική πεινάνε, που λέγανε. Έψαξα να βρω κόσμο να το δώσω, χάρισμα. Που να τους βρεις, που ήτανε κλειδαμπαρωμένοι όλοι; Συνωστισμός και κορωνιός και αποστάσεις και τ’ αρχίδια μου, κύριε Χρήστο. Με το συμπάθιο, έτσι;  Οικογενειακό μαγαζί είμαστε. Έρχονται παππούδες, έρχονται εγγόνια. Κάθε τραπέζι τρεις γενεές. Τι να τους κάνω, να τους χωρίσω; Άκου λέει, θα φοράμε μάσκες και γάντια. Θα βγαίνω εγώ να πάρω παραγγελία σα τον Ζορό, θα πιάνει μετά ο άλλος το παϊδάκι με το χέρι. Σωθήκαμε. Ναι κυρ Χρήστο μου, με το χέρι. Το παϊδάκι και η γυναίκα θέλουνε χέρι. Έχασα και την 25η – ξέρεις  τι γινότανε εδώ μετά την παρέλαση; Το μάλε βράσε. Καλά το Πάσχα το’ χω ξεγράψει. Δε βαριέσαι, θα κάνω Ανάσταση του Θεού κι εγώ μια φορά. Σαράντα χρόνια στην ταβέρνα ψήνουμε για τους άλλους και για μας τίποτα. Άμα το τραβήξει – που θα το τραβήξει, τρομάρα να του ‘ρθει – και χάσουμε και την Πρωτομαγιά, δε ξέρω. Τι να σου πω. Εντάξει, να μου πάει και μένα, ξέρω γω. Έχω και τη μάνα μου με το ζάχαρο στο τρία πενήντα. Αλλά να μας κλείσει έτσι; Με ρώτησε εμένα τι θα κάνω; Ναι συγχίζομαι. Ό,τι θέλω θα λέω, με συγχωρείς κιόλας. 200 κιλά αρνί πέταξα, χώρια τις συκωταριές. Είμαι και γκαντέμης γαμώ την τύχη μου. Παρασκευή μεσημέρι βγήκε κι είπε ότι τα κλείνει, Πέμπτη απόγεμα μου ‘χε έρθει το φορτηγό από τη Βόνιτσα. Παίρνω από τη Βόνιτσα εγώ. Έχω άνθρωπο δικό μου, τέτοιο αρνί δεν έχεις φάει. Ναι τα ξόφλησα, τι να μου γυρίσουνε, τι φταίνε κι αυτοί; Πάντα τα ξοφλάω, ο Σπανός είναι τράπεζα. Πήγαινε ρώτα όποιον θέλεις. Άμα σου πει ότι έχει από μένα παράπονο, φέρτονε εδώ. Για αυτό σου λέω κύριε Χρήστο μας, από μένα δε χάνεις. Κάνε μας σκόντο τώρα που ναι σαν να μας έφτυσε ο διάολος, και θα τα πάρεις τα νοίκια σου. Και να με ζορίσεις, το 40% θα πάρεις στο φινάλε φινάλε. Κάνε μια καλή πράξη, κυρ Χρήστο μου, κι από μένα ό,τι θέλεις. Και κοκορετσάκι θα σου χω, και την προβατίνα σου θα σου χω, και κεφαλάκι θα σου κρατάω. Και την μπυρίτσα σου – σόρυ, ξέχασα δεν πίνεις. Και την κοκακόλα σου, παγωμένη πάντα, να μας σκέφτεσαι να δροσίζεσαι.

Διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2020 στην ανθολογία “Ημερολόγια Καραντίνας” των εκδόσεων Ιανός, αφού ξεχώρισε στον σχετικό διαγωνισμό.

O μάγειρας της αγάπης & άλλα ποιήματα

Άφησε με να σου φτιάξω κάτι για δείπνο.
Κάθισε, βγάλε τα παπούτσια σου
και τις κάλτσες σου και γενικά
όλα σου τα ρούχα, πιες ένα ντάκιρι,
βάλε λίγη μουσική και χόρεψε
σ’ όλο το σπίτι, μέσα κι έξω,
είναι νύχτα και οι γείτονες
κοιμούνται, οι βλάκες,
και τα αστέρια λάμπουν ψηλά
κι εγώ έχω ανάψει τα μάτια
για σένα, πεινασμένο πλάσμα.

Oχτώ ποιήματα του Αμερικανού ποιητή Ron Padgett, σε δική μου απόδοση στα ελληνικά, από το τεύχος 39 του Περιοδικού “Χάρτης” (03/22), εδώ

Oι νοσοκόμες

στο νοσοκομείο
που πηγαίνω
οι νοσοκόμες μοιάζουν
υπέρβαρες,
ατσούμπαλες μέσα
στις λευκές τους ρόμπες
παχιές πάνω από τους γοφούς
και κάτω, μέχρι τον πισινό τους
και τα πρησμένα τους
πόδια.

φαίνονται όλες τους
σαρανταεπτά χρονώ·
περπατούν με τα πόδια ανοιχτά
σαν τους παλιούς αμυντικούς
του ’30.

νομίζω πως κρατούν απόσταση
από το επάγγελμα τους.
υπηρετούν το καθήκον τους
αλλά χωρίς
πολλά
πολλά.

τις προσπερνώ
στους διαδρόμους
και τους δρόμους.
ποτέ δε με κοιτούν
στα μάτια.

τους συγχωρώ τα
βαριά τους
βήματα
γιατί έχουν μια απόσταση
να χτίσουν
ανάμεσα στον εαυτό τους
και κάθε τους ασθενή.

γιατί αυτές οι κυρίες έχουνε στ΄αλήθεια
μπουκωθεί μέχρι σκασμού:

έχουνε δει
πάρα πολύ
θάνατο.

Ποίημα του Charles Bukowski, με τίτλο «Νurses» από το συγκεντρωτικό τόμο «The Pleasures of the Damned» (Canon Gate Press), πρωτοδημοσιευμένο ωστόσο στο βιβλίο «Septuagenarian Stew» σε δική μου απόδοση στα ελληνικά